« Άραγε γιατί τόση βία στις μέρες μας;»
Συγγραφή άρθρου: Μιχάλης Κοκονάς, σπουδαστής τμήματος Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης στο πλαίσιο της πρακτικής άσκησης στο Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας Περιφερειακής Ενότητας Χανίων του ΕΟΠΑΕ.
Η βία είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται ολοένα και περισσότερο σε όλες τις πτυχές της κοινωνίας ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου ή οικονομικού υποβάθρου. Στο άρθρο αυτό θα αναλύσουμε τη βία ως κοινωνικό φαινόμενο με έμφαση στην ενδοοικογενειακή και την έμφυλη που συχνά εκδηλώνονται ήδη στα πρώτα στάδια κοινωνικοποίησης του ανθρώπου όπως στην οικογένεια και το σχολικό περιβάλλον ενώ συνδέονται με τις κοινωνικές ανισότητες, ρόλους και στερεότυπα.
Είναι γεγονός ότι η οικογένεια και το σχολείο αποτελούν τα πρώτα και πιο καθοριστικά πλαίσια κοινωνικοποίησης μέσω των οποίων τα παιδιά μαθαίνουν τι θεωρείται «φυσιολογικό και αποδεκτό». Όταν η βία σε μορφές λεκτικής, ψυχολογικής ή σωματικής εκδηλώνεται σε μια οικογένεια είναι πιθανό να εσωτερικευτεί ως τρόπος αντιμετώπισης συγκρούσεων. Αντίστοιχα, στο σχολικό περιβάλλον η ανοχή σε εκφοβιστικές συμπεριφορές, οι έμφυλοι διαχωρισμοί και τα στερεότυπα που υπάγονται σε αυτούς συμβάλλουν στη διαιώνιση ανισοτήτων και επιθετικών πρακτικών. Κατά συνέπεια, η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά στην ενήλικη ζωή αλλά καλλιεργείται σταδιακά καθώς και υποσυνείδητα μέσα από καθημερινές πρακτικές και πρότυπα που συχνά
΄΄ επιβάλλονται΄΄ .
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία ανησυχητική αύξηση των περιστατικών βίας κατά των γυναικών ενώ διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ και ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας κάνουν λόγο για την έμφυλη βία ως ένα από τα πιο εκτεταμένα φαινόμενα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως. Στην Ελλάδα αρκεί να παρατηρήσουμε την αύξηση του συνολικού αριθμού των γυναικών θυμάτων που προέβησαν σε καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας για να κατανοήσουμε την έκταση του προβλήματος.
Πιο συγκεκριμένα, είναι άκρως ανησυχητικό ότι το 2020 4.264 γυναίκες προχώρησαν σε καταγγελία ενώ το 2022 ο αριθμός υπερδιπλασιάστηκε σε 10.131( European training platform on domestic violence). Η αύξηση αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα περιστατικά παλαιότερα ήταν πιο λίγα αλλά ότι οι γυναίκες συνειδητοποιούν ότι χρειάζεται να ακουστεί η φωνή τους για να διεκδικήσουν τη δικαιοσύνη που τους αξίζει, όπως σε κάθε άνθρωπο.
Η αύξηση περιστατικών έμφυλης βίας τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας σχετίζεται επίσης με την αστάθεια και την έλλειψη κοινωνικής συνοχής στοιχεία που επηρεάζονται αρνητικά σε περιόδους κρίσεων ( οικονομική κρίση, πανδημία ). Η αβεβαιότητα, η ανεργία και οι ανισότητες εντείνουν τα αισθήματα ματαίωσης και απώλειας ελέγχου ενώ δεν είναι απίθανο να μετατραπούν σε επιθετικότητα. Αναλυτικότερα, η κανονικοποίηση συμπεριφορών που ασκούν έλεγχο στα πλαίσια μιας σχέσης, η απομόνωση από το φιλικό περιβάλλον και η λεκτική υποτίμηση λειτουργούν ως «αόρατες» μορφές βίας και καταπίεσης που προηγούνται από το «έσχατο αποτέλεσμα» δηλαδή τη σωματική κακοποίηση .
Δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε ότι σε αρκετές περιπτώσεις τα μέσα ενημέρωσης και ο δημόσιος λόγος συμβάλλουν στη διαιώνιση του φαινομένου. Η αναφορά σε «εγκλήματα πάθους» , η αναζήτηση ευθυνών στη συμπεριφορά του θύματος ή η αποσιώπηση του έμφυλου χαρακτήρα της βίας θολώνουν τα πραγματικά αίτια. Αντί να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα η βία κατά των γυναικών, πολλές φορές παρουσιάζεται ως μεμονωμένο, ατομικό περιστατικό, αποσπασμένο από τις δομές εξουσίας που το καλλιεργούν και το συντηρούν.
Η συζήτηση γύρω από το θέμα της βίας συνήθως περιορίζεται σε αυτή που ασκείται από τους άντρες, αποσιωπώντας πολλές φορές και αυτή που η ίδιοι βιώνουν. Ωστόσο, μεγάλο ποσοστό αντρών μεγαλώνουν μέσα σε ένα πλαίσιο που τους ορίζει να μην εκφράζουν τα συναισθήματα τους, συνεπώς και τους φόβους, τις στεναχώριες ή τις αδυναμίες τους. Επομένως, ο κύριος άξονας της συλλογιστικής μας πορείας είναι ο όρος «κανονιστική αρσενική αλεξιθυμία » περιγράφοντας ακριβώς την κοινωνικά επιβαλλόμενη αδυναμία του άντρα να αναγνωρίσει και να εκφράσει τα συναισθήματα του, η οποία δεν αποτελεί ατομικό-βιολογικό χαρακτηριστικό αλλά αποτέλεσμα κοινωνικής εκμάθησης.
Μέσα σε ένα πατριαρχικό σύστημα, η «ορθή αρρενωπότητα» συνδέεται με την αυστηρότητα, την πειθαρχία έως και την ασυνείδητη «κυριαρχία» απέναντι στους άλλους. Οι άντρες που δεν υιοθετούν αυτά τα πρότυπα συχνά βιώνουν χλευασμό, περιθωριοποίηση ή ψυχολογική βία από το οικογενειακό ή τον ευρύτερο κοινωνικό τους περίγυρο. Παράλληλα, η αδυναμία έκφρασης συναισθημάτων μπορεί να οδηγήσει σε εσωτερίκευση του πόνου, αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης, εξαρτητικών και αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών αλλά και στη μετατροπή της ψυχικής πίεσης σε επιθετικότητα.
Επομένως, η βία που βιώνουν οι άντρες δεν αναιρεί ούτε ανταγωνίζεται τη βία κατά των γυναικών. Αντιθέτως, έχει κοινή ρίζα τα κοινωνικά κατασκευάσματα, τα πρότυπα φύλου και τις πατριαρχικές αντιλήψεις που περιορίζουν τόσο τις γυναίκες όσο και τους άντρες σε στενούς ασφυκτικούς ρόλους.
Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε ότι η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, δεν μπορεί να γίνει αποσπασματικά αλλά προϋποθέτει καθολική αμφισβήτηση του αναχρονιστικού συστήματος που την αναπαράγει.
Εν κατακλείδι, η ουσιαστική αλλαγή για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας προϋποθέτει πρόληψη που ξεκινάει από το πλαίσιο της οικογένειας και του σχολείου. Ο τρόπος που μεγαλώνουν τα παιδιά, τα πρότυπα που τους προβάλλονται και οι ρόλοι που τους αποδίδονται με βάση το φύλο παίζουν καθοριστικό ρόλο. Μια ανατροφή που ενθαρρύνει την ισότητα, την έκφραση συναισθημάτων, την ανάπτυξη ενσυναίσθησης και σεβασμού μπορεί να λειτουργήσει ως ασπίδα στην αναπαραγωγή κακοποιητικών συμπεριφορών. Στο σχολικό περιβάλλον εκπαιδευτικοί και γονείς οφείλουν να αναγνωρίζουν έγκαιρα σημάδια κακοποίησης αντιμετωπίζοντας τη βία ως κοινωνικό ζήτημα που αφορά όλους και όχι ως «ιδιωτική υπόθεση». Η ΠΡΟΛΗΨΗ ΑΠΑΙΤΕΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ: «μέσω της προσπάθειας όλων μας θα σπάσει ο κύκλος της βίας και θα δημιουργηθεί χώρος για πιο ισότιμες και ασφαλείς σχέσεις» .