Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΣΤΙΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ.
Επιμέλεια άρθρου: Εμμανουηλία Βεκρή, φοιτήτρια Τμήματος Κοινωνιολογίας Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Κρήτης στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης στο Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας Περιφερειακής Ενότητας Χανίων σε συνεργασία με τον ΕΟΠΑΕ.
Η συζήτηση συνήθως για τις εξαρτήσεις περιστρέφεται γύρω από τις ουσίες παραλείποντας την αρχή της εξάρτησης. Πίσω από κάθε εξαρτητική συμπεριφορά όμως υπάρχει ένας άνθρωπος που προσπαθεί να καλύψει κάποια ανάγκη ή κάποιο κενό. Και αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο για να κατανοήσουμε το φαινόμενο σήμερα.
Τα πρόσφατα στοιχεία της Πανελλήνιας Μαθητικής Έρευνας ESPAD 2024 μας παρουσιάζουν την τρέχουσα κατάσταση που επικρατεί σχετικά με τις εξαρτήσεις. Πιο συγκεκριμένα, ένας στους οκτώ 16χρονους μαθητές στην Ελλάδα έχει κάνει χρήση κάποιας παράνομης και νόμιμης ουσίας, ενώ περισσότεροι από τους μισούς έχουν καπνίσει συμβατικό ή ηλεκτρονικό τσιγάρο. Παράλληλα, αυξητική πορεία καταγράφεται σε δείκτες που αφορούν την κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα και άλλες εξαρτητικές συμπεριφορές. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν απλώς αριθμούς, αλλά μια κραυγή αλλαγής.
Η συζήτηση για τις εξαρτήσεις συχνά εγκλωβίζεται σε εύκολες ερμηνείες όπως: έλλειψη ορίων, κακές παρέες, ατομική ευθύνη, εθιστικός χαρακτήρας κλπ. Στη πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετα τα πράγματα. Στις εποχές που ζούμε, οι νέοι μεγαλώνουν σε έναν κόσμο γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά καλούνται να είναι επιτυχημένοι, παραγωγικοί και διαρκώς διαθέσιμοι, να έχουν οραματιστεί ήδη το μέλλον τους από τα 15, να έχουν έναν στόχο που θα ικανοποιεί την οικογένεια τους, να είναι άτομα αρεστά με τρόπους και ευγένεια και κυρίως να προσπαθούν καθημερινά για κάτι συνήθως που άλλοι τους επιβάλλουν Από την άλλη όμως, βιώνουν αβεβαιότητα για το μέλλον, πίεση για επίδοση, μοναξιά, απομόνωση, υπερφορτωμένα προγράμματα, δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις αλλά και πολύ συχνά μια αίσθηση ότι δεν ακούγονται πραγματικά.
Η εξάρτηση δεν εμφανίζεται από μόνη της στο κενό. Συχνά αποτελεί μια προσπάθεια διαχείρισης συναισθημάτων και καταστάσεων όπως είναι το άγχος, η ματαίωση, η ανασφάλεια, η πίεση ή η απομόνωση. Άλλες φορές λειτουργεί ως τρόπος ένταξης σε μια ομάδα, ως αναζήτηση ταυτότητας ή ως ανάγκη φυγής από μια καθημερινότητα που μοιάζει ασφυκτική, ή και ακόμα η μοναδική λύση στα προβλήματα που κυριεύουν το άτομο. Το ερώτημα επομένως δεν είναι «γιατί οι νέοι κάνουν χρήση;» αλλά «τι είναι αυτό που τους λείπει;».
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της πρόληψης. Η σύγχρονη πρόληψη δεν αντιμετωπίζει τους νέους ως εν δυνάμει χρήστες που πρέπει να φοβηθούν και να τρομοκρατηθούν για τις συνέπειες των ουσιών. Τους αντιμετωπίζει ως πρόσωπα με ανάγκες, συναισθήματα, δυνατότητες και δικαιώματα. Δεν επενδύει στον φόβο αλλά στην ενδυνάμωση. Δεν περιορίζεται στην παροχή πληροφοριών αλλά δημιουργεί συνθήκες ώστε οι άνθρωποι να αναπτύσσουν δεξιότητες ζωής, αυτοπεποίθηση, κριτική σκέψη και ουσιαστικές σχέσεις. Αυτός είναι και ο ρόλος των Κέντρων Πρόληψης στις τοπικές κοινωνίες.
Μέσα από δράσεις για μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικούς, επαγγελματίες και πολίτες, δημιουργούν χώρους συνάντησης, διαλόγου και συμμετοχής. Στηρίζουν την οικογένεια, ενισχύουν το σχολείο, συνεργάζονται με συλλόγους και φορείς, καλλιεργώντας κοινωνικούς δεσμούς που λειτουργούν προστατευτικά απέναντι στα άτομα. Γιατί η πρόληψη δεν είναι μια μεμονωμένη παρέμβαση. Είναι μια διαρκής διαδικασία οικοδόμησης μιας κοινότητας που κατανοεί, εμπεριέχει αλληλεγγύη και υγιές νοιάξιμο για τα μέλη που την απαρτίζουν.
Σε μια εποχή όπου οι κοινωνικοί δεσμοί δοκιμάζονται διαρκώς με το αίσθημα της ατομικότητας να ανεβαίνει όλο και περισσότερο, η πρόληψη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Δεν αφορά μόνο τη μείωση της χρήσης ουσιών. Αφορά τη δημιουργία συνθηκών
που επιτρέπουν στους ανθρώπους να νιώθουν ότι ανήκουν, ότι έχουν φωνή, ότι μπορούν να ονειρεύονται, να βασίζονται και να συμμετέχουν ενεργά στον βίο της κοινότητάς τους.
Γι' αυτό και η πρόληψη δεν είναι υπόθεση μόνο των ειδικών. Είναι υπόθεση της οικογένειας, του σχολείου, της τοπικής κοινωνίας, αλλά και κάθε ατόμου ξεχωριστά. Γιατί μια κοινωνία που επενδύει στην πρόληψη δεν επενδύει απλώς στην αποφυγή και την απεξάρτηση των εξαρτήσεων. Επενδύει σε μία αξιοπρεπή ποιότητα ζωής με αλληλοκατανόηση, αλληλοβοήθεια, συμμετοχή και συμπερίληψη, με αποτέλεσμα ένα καλύτερο και υποστηρικτικό μέλλον για όλα τα άτομα μίας κοινωνίας.